επικυΐσκομαι

ἐπικυΐσκομαι (Α) [κυώ]
(για έγκυο) συλλαμβάνω νέο έμβρυο στη μήτρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικυισκομένων — ἐπικυϊσκομένων , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres part mp fem gen pl ἐπικυϊσκομένων , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυισκόμενον — ἐπικυϊσκόμενον , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres part mp masc acc sg ἐπικυϊσκόμενον , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυισκομένοις — ἐπικυϊσκομένοις , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυίσκει — ἐπικυΐσκει , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυίσκεσθαι — ἐπικυΐσκεσθαι , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυίσκεται — ἐπικυΐσκεται , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυίσκηται — ἐπικυΐσκηται , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυίσκονται — ἐπικυΐσκονται , ἐπικυίσκομαι become doubly pregnant pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.